
Αυτός είναι ο μπουφές μου. Το ένα από τα φύλλα του τα ακαλιστά, δηλαδή. Η ιστορία του είναι θλιβερή και δεν ξέρω πριν από πόσα χρόνια ακριβώς ξεκινά. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι πριν απο το Β' παγκόσμιο πόλεμο ανήκε στη Δέσποινα. Η Δέσποινα ήταν μια πεντάμορφη νεαρή γυναίκα από την Πόλη, που την ερωτεύτηκε ο Βαγγέλης, ένας από τους αδελφούς του παπού μου του Κώστα. Ο Βαγγέλης δούλευε ασυρματιστής στα καράβια, μας έστελνε όμορφες κάρτες απ' όλο τον κόσμο και μου χάριζε βιβλία του Ιούλιου Βερν. Μου είχε χαρίσει και το βιβλίο του Μποστ, αλλά το πήγαμε πίσω με τη μάνα μου, επειδή ήμουν μικρή, μόνο 12 χρονών, και το ανταλλάξαμε με το "Κάστρο" του Κρόνιν.
Οταν ερχόταν στην Ελλάδα, μας μιλούσε για ένα τρελό φίλο του ασυρματιστή, που έγραφε στιχάκια και τα έστελνε με τον ασύρματο στα άλλα καράβια. Ενας λόγος που ήθελα να γίνω ασυρματίστρια, παρ 'όλο που δεν καταλάβαινα τι σημαίνει αυτή η δουλειά, ήταν ο θείος ο Βαγγέλης και οι πλάκες που κάνανε με το φίλο του. Εχω χιλιόμετρα λέξεων που θα μπορούσα να γράψω για κείνον, αλλά εδώ θα γράψω για το μπουφέ της Δέσποινας και το πώς έφτασε στα χέρια μου.
Την ερωτεύτηκε τη Δέσποινα λοιπόν, παντρευτήκανε στην Πόλη και την έφερε με τα προικιά της, έπιπλα και ρουχισμό, στην Αθήνα. Ζήσανε μαζί μονάχα ένα εξάμηνο. Η Δέσποινα ήταν φυματική, πέθανε στη "Σωτηρία" και ο Βαγγέλης ξανάφυγε σε ταξίδι τόσο μακρινό που έκανε τρία χρόνια να γυρίσει κι όταν γύριζε, απο τότε και στο εξής, έμενε στο σπίτι της αδερφής του της μεγάλης. Στο δικό του σπίτι δεν πατούσε και κόντευε να ρημάξει. Από τότε, λέγανε, άλλαξε ο χαρακτήρας του, είχε γίνει αμίλητος κι αγέλαστος, με μια σκιά στα γαλανά του μάτια. Ολα αυτά έγιναν πολύ πριν από τον πόλεμο.
Στον πόλεμο υπηρέτησε στο αγγλικό ναυτικό και δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, λίγο μπερδεμένη ιστορία, παντρεύτηκε και μια άλλη γυναίκα, άρρωστη με καρκίνο αυτή τη φορά, και απέκτησε κι ένα γιο, το Μπάμπη. Οταν ο πόλεμος τελείωσε και έχασε και τη δεύτερη γυναίκα του, ξαναμπαρκάρησε αφού εγκατέστησε στο σπίτι του τη μικρότερη αδελφή του την ανύπαντρη, για να το προσέχει.
Ο Βαγγέλης ο μακαρίτης, είχε αφήσει λεπτομερή διαθήκη, όπου έγραφε καταλεπτώς πού αφήνει όλα τα πράγματά του. Σε μένα άφησε αυτό τον όμορφο σκαλιστό μπουφέ. Είχε προσέξει φαίνεται, πόσο μου άρεσε να παίζω με τα σκαλιστά του λουλούδια. Μπορεί να ήθελε να με ευχαριστήσει κιόλας, επειδή έκοβα τη μαρουλοσαλάτα όπως ακριβώς του άρεσε, ούτε πολύ λεπτή σαν ροκανίδια ούτε πολύ χοντρή σαν επίδεσμους, όπως έλεγε. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει...
.


4 σχόλια:
wraio epiplo
wraia istoria...
me exeis koufanei teleiws .posa blog exeis?kai oxi blog ths plaka etsi?
mallon poso xrono exeis sthn dia8esh sou?
respekt
Merci ONOMATODOSIA:-)
Den exw oso xrono 8a i8ela.. Isws gi avto...
Επειδή ήταν πολύ σκούρα η φωτο του όμορφου μπουφέ την "έκλεψα" και την επεξεργάστηκα λίγο. Νομίζω ότι βελτιώθηκε αρκετά. Να σου την στείλω; Αν θέλεις στείλε μου e-mail.
Ο μπουφές είναι ακόμα πιο σκούρος Επίκουρε.. σχεδόν μαύρος!!! Σκέψου.. μετά από τόσα χρόνια πώς γίνεται το ξύλο της καρυδιάς...
Το μέηλ βρίσκεται εκτεθειμένο στο προφιλ μου πάντως και θα χαρώ πολύ να εισπράξω την δική σου άποψη!
(πολύ δύσκολη πραγματικά, η αποδοση του χρώματος στη φωτογραφία)
:-)
Δημοσίευση σχολίου